Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

Συνέντευξη στο "Βακχικόν" για το βιβλίο "Η ζωή είναι εδώ"

Τα πάντα ανατράπηκαν μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Ξαφνικά η Χαλκιδική έγινε Λευκάδα και το κάμπινγκ έδωσε τη θέση του σ' ένα δωμάτιο μιας μονοκατοικίας 5 χλμ έξω από τη Χώρα. Στο διάστημα της -εκεί- παραμονής μου, με συντρόφευε το δεύτερο μυθιστόρημα της κ. Ζαχαροπούλου (σε απάντηση των κακεντρεχών σχολίων περί ρεμβάσματος). Στο νησί, λοιπόν, των Βαλαωρίτη και Σικελιανού προσπάθησα ν' ανακαλύψω αν και εφόσον "Η Ζωή Είναι Εδώ". Είναι τελικά; Και ποιός θα μπορούσε να δώσει μια πιο κατατοπιστική απάντηση από την ίδια τη δημιουργό. Κάπως έτσι, λοιπόν, κλείστηκε η συνάντηση μας. Απόγευμα Σαββάτου, ενώ κοντοζύγωνε το τέλος του καλοκαιριού, το ραντεβού είχε κανονιστεί στη γωνία Ναυαρίνου και Ζωοδόχου Πηγής (για τους γνωρίζοντες). Καθίσαμε με τη συγγραφέα στο ξύλινο τραπέζι και συζητήσαμε παρέα με παγωμένο λευκό κρασί και μπόλικους φίλους στα πέριξ. Ακολουθεί μία γεύση για το τι διαδραματίστηκε :


Στο τελευταίο σας βιβλίο περιγράφετε δύο 24ωρά της ζωής έξι διαφορετικών χαρακτήρων, που στην πραγματικότητα αφορούν μόλις τρείς... Εξηγήστε μας ποιοι είναι αυτοί οι πρωταγωνιστές; 

Είναι νέοι, στην ηλικία των τριάντα με τριάντα πέντε χρόνων και ένας περίπου πενηντάρης. Ζουν μίαν άνετη -οικονομικά- ζωή και κάποιοι είναι καριερίστες. Πρόκειται για κατοίκους μιάς σύγχρονης μεγαλούπολης, διαθέτουν κοινωνικές γνωριμίες αλλά βιώνουν την απομόνωση και το ανεκπλήρωτο, όπως και αρκετοί άνθρωποι γύρω μας στο σήμερα. Το είδος της ζωής που κάνουν τους έχει αναγκάσει να έχουν κάποια μυστικά. Αυτά διαπλέκουν τις ζωές τους... περιπλέκοντάς τους και, έτσι, το μυθιστόρημα τούς συναντά και τούς παρακολουθεί σ’ αυτό ακριβώς το χρονικό σημείο.


Ποιοι λόγοι έχουν οδηγήσει τους ήρωες σας σ’ αυτή τη διπλή ζωή;

Το γεγονός ότι έχουν αρνηθεί ν’ αντιμετωπίσουν τους εαυτούς τους, κατά πρώτον, και τις επιθυμίες και τα θέλω τους, εν συνεχεία. Είναι μια κατάσταση που συμβαίνει συχνά και σε πολλούς από εμάς. Όχι ακριβώς όπως συμβαίνει στους ήρωες του βιβλίου, αλλά κατ’ αναλογίαν.
Και αυτή η άρνηση της πραγμάτωσης των βαθύτερων επιθυμιών μας, που μπορεί να προκαλείται από πολλές καταστάσεις και κυρίως από φόβο, μας οδηγεί με τη λογική να βρίσκουμε αρκετές δικαιολογίες για την επιλογή να κάνουμε μια ζωή πολύ διαφορετική από αυτήν που χρειαζόμαστε και που μας εκφράζει. Αυτό δημιουργεί πολύ θυμό. Δημιουργεί συναισθηματικές εκρήξεις, οι οποίες όταν δεν εκφράζονται, συστρέφονται και γεννούν νοσηρότητα. Πολλές φορές μοιάζει να είμαστε θύματα των επιλογών κάποιων άλλων, που έχουν αποφασίσει πριν από εμάς για μας, για το είδος της ζωής μας και την εξέλιξή της. Αλλά κάπου βαθιά μέσα μας γνωρίζουμε όλοι ότι η ευθύνη είναι ατομική. Αυτό μας θυμώνει περισσότερο, έστω κι αν διαλέγουμε τρόπους οικτρά βίαιους για να ξεσπάσουμε την ακόρεστη εσωτερική μας οργή.


Τι είναι αυτό που μας φρενάρει να πετάξουμε αυτά που μας "χαλάνε";

Νομίζω ο φόβος. Ο φόβος απέναντι στο περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε, αφού είμαστε κοινωνικά όντα, και φυσικά απέναντι στον εαυτό μας. Έχουμε μεγαλώσει και έχουμε γαλουχηθεί με πρότυπα που αδυνατούμε να ξεφύγουμε. Φοβόμαστε την απόρριψη. Την απόρριψη των γύρω, την απομόνωση. Πασχίζουμε να χτίσουμε έναν χαρακτήρα και μια ζωή που θα είναι αποδεκτά. Κάθε στραβοπάτημα που πιθανόν να ραγίσει την εικόνα φαίνεται να είναι οδυνηρό. Δεν αντέχεται. Επίσης, το κενό και το ανικανοποίητο, το αίσθημα της διαρκούς έλλειψης είναι διαδικασίες επώδυνες.


Ξέρουμε τον τρόπο για να τα αποβάλλουμε;

Ίσως και να τον ξέρουμε, αλλά όσο παραμένουμε στην ίδια κατάσταση, εκείνο που υπολογίζουμε είναι το κόστος. Είναι μια κατάσταση που δημιουργεί αφ’ ενός μια μόνιμη γκρίνια κι αφ’ ετέρου διαιωνίζει το βόλεμα. Οι ήρωες του μυθιστορήματος πάντως, όταν βρίσκονται στη δική τους οριακή στιγμή ρισκάρουν να σπάσουν τους καθρέφτες  τους. Ο ένας μάλιστα στη θέση τού σπασμένου δεν βάζει έναν άλλον καινούργιο. Γιατί και τότε θα έβλεπε το είδωλο που θα ήθελε και τον εξυπηρετούσε. Σπάζει τον καθρέφτη του για να δει τον εαυτό του. Τον βλέπει και τον αποδέχεται. Δεν τον αντιμετωπίζει όμως. Και σ’ εκείνο το σημείο ξαναβρίσκει τον άνθρωπο μέσα του. Βρίσκει την καρδιά του. Αλήθεια, σε ποιάν άκρη βρίσκεται η καρδιά μας μέσα στη ζωή μας; Μέσα στην καθημερινότητά μας;


Γιατί όμως δίνουμε περισσότερη σημασία σε αξίες που μας κάνουν λιγότερο ευτυχισμένους;


Οι ήρωες του βιβλίου ζουν το σήμερα στο έπακρο. Όπως κι ο κάθε ζωντανός άνθρωπος δίπλα και γύρω μας, πίστεψαν κι αυτοί βασισμένοι στο μοντέλο της ζωής και τις εμπειρίες τους πως οι εξωτερικές αναζητήσεις, η υλική εξασφάλιση και το κυνήγι όλων αυτών των καταστάσεων που ονομάζουμε επιτυχία και επιτυχημένη ζωή, θα τους έκανε να αισθανθούν και εσωτερικά ασφαλείς και πλήρεις. Όμως ποιες είναι οι αξίες που έχουμε σήμερα; Κανονικά η αξία σαν έννοια δεν θα έπρεπε να διαχωρίζεται σε αξία που μας κάνει περισσότερο ευτυχισμένους και σε αξία που μας κάνει δυστυχισμένους. Η αξία δεν μπορεί να ορίσει το μέτρο της ευτυχίας γιατί ορίζεται από εμάς, όπως επίσης και το μέτρο της ευτυχίας ή της δυστυχίας ορίζεται από εμάς. Οπότε σημασία έχει αν υπερτιμούμε πράγματα και καταστάσεις των οποίων η αξία εκ προοιμίου είναι χαμηλή. Σ’ αυτήν την περίπτωση έχουμε κατεβάσει εμείς οι ίδιοι τον πήχυ της ευτυχίας μας. Και στο "γιατί" της ερώτησής σας καλείται να απαντήσει ο καθένας μας ατομικά : Τι χρειάζομαι; Τι είμαι; Ποιος είμαι; Ποιο είναι το μέτρο μου; ποια η αποτίμηση του εαυτού μου;


Από πού ορμώμενη γράψατε αυτό το αφήγημα-μυθιστόρημα;


Αφορμές πήρα από αυτά που συμβαίνουν γύρω μας και είναι ένα κομμάτι πραγματικότητας που βιώνουμε όλοι μας, όπως επίσης και τα αδιέξοδα μέσα στα οποία έχει περιπλακεί η ζωή μας.


Πόσο τυχαία είναι η επιλογή των χαρακτήρων σας;

Δεν είναι καθόλου τυχαία, αν και ο ένας ήρωας, ο τρομοκράτης, θα μπορουσα να πω ότι αυτοπαρουσιάστηκε μπρος μου. Σε γενικές γραμμές, πάντως, οι ήρωες ζουν κομμάτια πραγματικής ζωής πραγματικών ανθρώπων, που ορισμένες συγκυρίες της ζωής διασταυρώθηκαν μαζί μου.

Και γιατί επιλέξατε αυτούς τους χαρακτήρες και οχι άλλους;


Γιατί ακριβώς κοίταξα γύρω μου, κοντά μου, πολύ κοντά μου. Και έπαθα σοκ. Και το σοκ μάλλον ήταν ότι η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική από αυτό που νόμιζα ότι είναι πραγματικότητα.  Δεν γνωρίζω μόνο ανθρώπους σαν τους ήρωες του βιβλίου, οπωσδήποτε, αλλά οι άνθρωποι αυτοί είναι στα διπλανά μας σπίτια. Το φαίνεσθαι και η υποκρισία που διακρίνει την οικογένεια και την κοινωνία τους ντύνει με τα καλά τους, τους μακιγιάρει, τους λουστράρει και προσπαθεί να θολώσει την οπτική και την κρίση των υπολοίπων,  μειώνοντας  τα συμβαίνοντα ή προσπαθώντας να μηδενίσει τις συνέπειες, και φτάνοντας κάποια στιγμή στο σημείο να τους εξιλεώσει ή και να τους οδηγήσει στη κάθαρση χαρίζοντάς τους απλόχερα μεγαλόσχημους τίτλους και εξιδανικευμένα κοινωνικά προφίλ. Δεν ισχυρίζομαι ότι τέτοιοι άνθρωποι αποτελούν την πλειοψηφία, αλλά οπωσδήποτε δεν είναι μειοψηφία. Το θέμα είναι αν τελικά μας συμβαίνει αυτό που συμβαίνει και στους ήρωες του βιβλίου : αν δηλαδή παραδεχόμαστε μπροστά στον καθρέφτη μας την αλήθεια κι αν μετά από αυτό αναζητούμε το φως.


Ως αναγνώστρια και όχι ως δημιουργός ποιά σημεία θα ξεχωρίζατε απο το βιβλίο;

Όσο και να το θέλω  η αλήθεια είναι πώς  δεν μου είναι εύκολο να ξεχωρίσω κομμάτια του.
Θα σας μεταφέρω όμως τις απόψεις κάποιων ήδη αναγνωστών, που μου έχουν πει τη δική τους γνώμη. Κάποιοι θεωρούν πολύ δυνατό το πρώτο κεφάλαιο, κάποιοι άλλοι την ερωτική συνάντηση της Bianca και του Night Walker, ορισμένοι  βρίσκουν ενδιαφέροντες τους διαλόγους του chatting, κάποιοι άλλοι το κεφάλαιο όπου ο Nero βιώνει τη σκοτεινή νύχτα της ψυχής του, κάποιοι το τελευταίο κεφάλαιο, ορισμένοι το κεφάλαιο με τη γρήγορη εναλλαγή των γεγονότων που έχει πολύ και εναλλασσόμενη δράση και κάποιοι, επίσης, σοκαρίστικαν από τις συνθήκες της ζωής που περιγράφονται.


Στην αρχή του βιβλίου αναφέρετε μια φράση του Χάνεκε. Πόσο επηρεάζει τις διαπροσωπικές μας σχέσεις η συγκεκριμένη  ιδεολογία?


Επειδή το "εγώ" περισσεύει καθημερινά σε όλο το φάσμα των σχέσεών μας, αυτό συνιστά φασισμό. Ο φασισμός χρειάζεται την απομόνωση και την περιχαράκωση. Την εσωτερική. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είτε ατομική είτε συλλογική που ο αποκλεισμός περισσεύει και η ανταλλαγή της καρδιάς δεν συμβαίνει, υπάρχει φασισμός. Ο φόβος του να συνυπάρξεις ή να μοιραστείς, η αρπακτικότητα με το πρόσχημα του εδώ και τώρα, ο φόβος κάθε πιθανής απώλειας διατηρεί ή εφευρίσκει όλο και περισσότερες ευκαιρίες και κανόνες δεσμεύσεων και ελέγχου.  Αυτού του είδους οι συμπεριφορές είναι φασιστικές ακόμα και στην περίπτωση που κάποιος μέσα σε μία σχέση επιλέγει το ρόλο του θύματος. Ο φασισμός δεν ασκείται μόνο από εκείνον που έχει τον έλεγχο, αλλά και από εκείνον που τον αποδέχεται είτε προσπαθεί να τον αποτινάξει είτε επειδή καταπιέζεται και συνθλίβεται. Ο φασισμός σε συλλογικό ή ατομικό επίπεδο έχει πάντα αναφορά στη μονάδα. Όπως και κάθε τι. Και τελικά, για να κάνουμε μία ακόμη σύνδεση του φασισμού ως μότο του βιβλίου και των ηρώων του, όταν θέλεις μονάχα να παίρνεις τα πάντα που θεωρείς ότι δικαιούσαι και να επιβάλλεις το δικό σου τρόπο σκέψης ή αντίδρασης στα πράγματα, τι άλλο υπάρχει εκτός από από φασισμός;

Τελικά "Η Ζωή είναι εδώ" ή "Η Ζωή είναι αλλού"  κατά Κούντερα;

Ο Γιάρομιλ, ο ήρωας του Κούντερα, ψάχνει τη ζωή αλλού από εκεί που είναι. Είναι κι αυτός απομονωμένος εξαιτίας της μητρικής αγάπης που τον κυνηγά και που έχει σκηνοθετήσει τη ζωή του και εξαιτίας των ευαισθησιών του, που του δημιουργούν πρόβλημα στη ζωή και τις σχέσεις του με τις γυναίκες. Γίνεται τελικά οπαδός του καθεστώτος και καταδότης. Και οι ήρωες του «H Ζωή είναι εδώ» βρίσκονται σ’ ένα παρόμοιο οριακό σημείο με τον Γιάρομιλ. Αναζητούν τη ζωή, που είναι από άλλους "έτοιμη", είτε από φόβο να ακολουθήσουν το δρόμο που θέλει η καρδιά τους, είτε εγκλωβισμένοι σε στρεβλές πεποιθήσεις για το τι είναι ζωή και ειδικότερα τι θεωρείται "επιτυχημένη ζωή, κοινωνικές σχέσεις και καριέρα". Όμως υπάρχει ένα οριακό σημείο στους ήρωες του "Η Ζωή είναι εδώ" : θα πρέπει να διαλέξουν αν θα μείνουν με τη σκοτεινή τους πλευρά ή αν θα αποφασίσουν να αφήσουν το φως να γλιστρήσει από μια χαραμάδα και να γίνει δρόμος τους. Τελικά ανακαλύπτουν ότι η ζωή δεν ήταν εκεί που την ζούσαν αλλά εδώ που ετοιμάζονται να βαδίσουν τώρα. Η ζωή άλλωστε είναι πάντα εκεί που είμαστε ολόκληροι : mε το σώμα, τον νου και την καρδιά μας.

H Nατάσα Ζαχαροπούλου είναι συγγραφέας και ποιήτρια. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα "Ίχνος κραγιόν η νύχτα" (Ανατολικός, 1996) και "Η Ζωή είναι εδώ" (Ανατολικός, 2009), τις συλλογές διηγημάτων "Κι ας με ταξιδεύεις όπου" (Λύχνος, 1995) και "Όπου ορίζει το φιλί" (Ανατολικός, 1999) και τις ποιητικές συλλογές "Να σ' έχω" (Λύχνος, 1995) και "Ατμός" (Ανατολικός, 2008). 

Νίκος Μπίνος, Βακχικόν, τεύχος 7, 2-11-2009

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

Ἡ ζωή είναι εδώ" στο "Βακχικόν"

Οι παγωμένες ανθρώπινες σχέσεις αποτελούν το πιο πρόσφορο έδαφος για να γεννηθεί ένας νέος φασισμός.

Με το παραπάνω απόφθεγμα του αυστριακού σκηνοθέτη Μίκαελ Χάνεκε μας υποδέχεται στο τελευταίο της βιβλίο η συγγραφέας Νατάσα Ζαχαροπούλου με τίτλο «Η Ζωή Είναι Εδώ».

Πρόκειται για ένα σύγχρονο μυθιστόρημα αποτελούμενο από δυνατούς χαρακτήρες. Παράλληλα δίνεται η δυνατότητα στον αναγνώστη να αναγνωρίσει όχι μόνο στοιχεία του εαυτού του μέσα από τους ήρωες, αλλά ακόμα και ανθρώπους που κινούνται στο ευρύτερο περιβάλλον του. Και σίγουρα πρόκειται για βιβλίο που θα κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον χωρίς να γίνεται κουραστικό σε κανένα του σημείο.

Το «Η Ζωή Είναι Εδώ» παρακολουθεί για δυο 24ωρα τις καθημερινές στιγμές έξι διαφορετικών χαρακτήρων, που όμως αφορούν μόλις τρεις ανθρώπους! Οι ήρωες ισορροπούν μεταξύ δυο διαφορετικών κόσμων προσπαθώντας να απαγκιστρωθούν από καταστάσεις που τους «αιχμαλωτίζουν», επιδιώκοντας να πραγματοποιήσουν τις κρυφές επιθυμίες τους αλλά και τα όνειρά τους αφού πρώτα καταφέρουν να βρουν τους εαυτούς τους.

Στους ταχύτατους ρυθμούς της μεγαλούπολης, όπου κινούνται σαν πιόνια σε μια άλλη σκακιέρα οι τρεις ήρωες της ιστορίας πραγματοποιώντας μάλιστα κινήσεις που δεν αποτελούν καθ’ αυτό επιλογές τους, παρασύρονται άνθρωποι και αξίες με το χάος μιας σύγχρονης πόλης να υψώνει τα τείχη της. Έτσι, αντικρίζουμε πίσω από αυτούς, πρόσωπα εγκλωβισμένα στα θέλω της. Φιγούρες από ένα νέο θέατρο σκιών που αναζητούν απόδραση από τα δεσμά μιας «παγκόσμιας» φυλακής, με γνωριμίες μέσω διαδικτύου αλλά και όργια κατανάλωσης αφού «όταν καταναλώνω τότε υπάρχω».

Πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος μας αν μπορούσε να γίνει κατανοητό ότι οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν είναι αυτοί που έχουν τα καλύτερα πράγματα. Αλλά είναι εκείνοι που φτιάχνουν το καλύτερο με αυτά που ήδη έχουν!

Μια τέτοια μάχη δίνουμε καθημερινά όλοι μας είτε σε προσωπικό είτε σε επαγγελματικό επίπεδο. Έτσι και οι πρωταγωνιστές που αφηγήματος-μυθιστορήματος, έχουν τοποθετήσει στο κέντρο του στόχου τους το κυνήγι της καριέρας και με τα βελάκια που έχουν στη φαρέτρα τους προσδοκούν να τον κατακτήσουν παραμερίζοντας εντελώς την προσωπική τους ευτυχία. Αναζητούν λίγες στιγμές λαγνείας και σεξ μέσα από τον κυβερνοχώρο φοβούμενοι να γνωρίσουν νέους αληθινούς κόσμους, να τους εξερευνήσουν, να τους φλερτάρουν, να τους ερωτευθούν, να τους αγαπήσουν ή ακόμα και να προσπαθήσουν να πετύχουν κάτι από όλα αυτά, αν όχι όλα. Κυριαρχεί στις σκέψεις τους, πώς θα εκμεταλλευτούν το κάθε τι που θα βρεθεί στην πορεία τους, προκειμένου να πετύχουν το «ταξίδι» που έχουν χαρτογραφήσει. Παράλληλα ποντάρουν σε μια απρόσωπη όσο και ψεύτικη συνεργασία έχοντας παραμερίσει την αληθινή ανθρώπινη επαφή.

Γι’ αυτό, λοιπόν, η «Ζωή» είναι… «εδώ». Μακριά από φόβους, παγωμένες σχέσεις, περιορισμούς και όρους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να λειτουργούμε ηθικά και με συνείδηση

Νίκος Μπίνος, Περιοδικό Βακχικόν, τεύχος 7, Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2009

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Ο Θοδωρής Βοριάς έγραψε γιά το βιβλίο "Η ζωή είναι εδώ"

Έπιασες κάποιους τύπους της ελληνικής κοινωνίας κι έχτισες μια ιστορία που αντικατοπτρίζει τα σύγχρονα αστικά αδιέξοδα που βιώνουμε.


Οι ερωτικές σκηνές υπήρξαν τα καθοριστικά σημεία της ιστορίας, ιδιαίτερα οι στιγμές στο ξενοδοχείο που προέκυψαν από τη διαδικτυακή γνωριμία δυο αγνώστων…

Κατάφερες να πιάσεις την κίνηση, την ατμόσφαιρα, τους παλμούς της καρδιάς τους, την άπληστη περιέργεια του αναγνώστη και να τα δέσεις όλα αυτά σε κείμενο. Θα έλεγα πως ο αναγνώστης από το σημείο εκείνο και ύστερα δικαιούται να ταυτίζει την Bianca με την συγγραφέα του έργου, έτσι κι αλλιώς είναι δικαίωμά του.


Οι διαδικτυακοί διάλογοι στο κείμενο σίγουρα θα θυμίζουν σε πολλούς κάπως παλαιότερους την πρώτη επαφή με το διαδίκτυο, τις πρώτες διαδικτυακές γνωριμίες μιας και τότε δεν ήταν ακόμα τόσο διαδεδομένο και υπήρχε κάτι το μυστηριώδες πίσω από την ανωνυμία γιατί ποιος διέθετε τότε κάμερα κλπ.


Το σημείο της μεγάλης αγωνίας του Nero υπήρξε η φυσική αρχή του επιλόγου, κι εκεί έπιασες την αγωνία του και αυτή του αναγνώστη, έπιασες ακόμη το βαρύ νυχτερινό τοπίο, καθήλωσες την προσοχή μας σε μικροήχους και μικροκινήσεις κάτι που το παθαίνουμε συχνά όταν έχουμε πυρετό. Οι εμμονές του Nero στο σημείο εκείνο προκαλούν στον αναγνώστη παράξενα συναισθήματα. Η κατάσταση του Nero ξεθάβει παλιές ενοχές κι αγωνίες των αναγνωστών -βρίσκει εύκολα κανείς τέτοιες ενοχές- που ενισχύουν τη φόρτισή τους και τους κάνει να ταυτίζονται μαζί του.

Το τέλος δεν το συζητώ, ίσως έτσι έπρεπε να κλείσει, ίσως αλλιώς, δεν έχω άποψη.

Η Μαρία Μαρκαντωνάντου έγραψε για το βιβλίο "Η ζωή είναι εδώ"

Στο πρώτο μυθιστόρημα της Νατάσας Ζαχαροπούλου: «Ίχνος κραγιόν η νύχτα» (1996) επισημάναμε αρετές όπως: ικανότητα σύνθεσης, νεύρο και τόλμη, αλλά και μια ευκολία γραφής που συχνά παρασύρει, μυθιστορηματική απόπειρα με τις συνήθεις αδυναμίες πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων.
Στο δεύτερο μυθιστόρημά της η Ν.Ζ., με πιο ώριμη ματιά, κάνει μια κατάδυση στο χάος της σύγχρονης μεγαλόπολης ανασύροντα πρόσωπα εγκλωβισμένα ανάμεσα στα θέλω τους και τα θέλω των γονιών τους ή και τις επιταγές της Ανάγκης, παρακολουθεί τον αγώνα και την αγωνία τους για μια έστω μικροαπόδραση, ως την έξοδο προς μια πιο ανθρώπινη εκδοχή, μέσα από το δικό τους , πρωτίστως, εσωτερικό προχώρημα.
Με όρους που τείνουν σιγά-σιγά να επικρατήσουν στο λεγόμενο « παγκόσμιο χωριό», οι ήρωες της Ν.Ζ. μοιάζουν δέντρα δίχως ρίζα βαθειά, αρπάζονται απ΄ό,τι βρουν, για να μη ξεριζωθούν, όπως είναι Διαδικτυακή δυνατότητα, η δήθεν ισχύς που εξασφαλίζει η μυστική συμμετοχή σε παράνομες πράξεις, η ψευδαίσθηση μιας υπερύπαρξης μέσω κερδοφόρων, για τους επιτήδειους, τελετών, πράγματα που συνιστούν, εν τέλει, έλλειμμα συλλογικής ταυτότητας.
Κατά τον γνωστό τρόπο, ο αφηγητής- συγγραφέας παρακολουθεί, κατά κεφάλαια, τους πρωταγωνιστές και τη ζωή τους, όπως αυτή εξελίσσεται σε δύο εικοσιτετράωρα, ενώ, με τη μέθοδο του συνειρμού ή της αναδρομής, ο αναγνώστης πληροφορείται σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν την προσωπικότητά τους.
Η γραφή, κοφτή και ασθμαίνουσα- στους ρυθμούς της εποχής μας, αποτυπώνει δραστικά στάσεις και συμπεριφορές, σκέψεις και ψυχικές εντάσεις, σκιτσάρει με μαεστρία, σκιαγραφεί, ζωγραφίζει. Κάποτε χαλαρώνει κάπως, ρεμβάζει ή και επιδίδεται σε ποιητική απεικόνιση της πραγματικότητας, πράγμα που απογειώνει και ξεκουράζει.
Στον ζοφερό κόσμο του μυθιστορήματος, αντί για την επιδίωξη της προσωπικής ευτυχίας, μέσα από ένα στέρεο σύστημα αξιών, κυριαρχούν το κυνήγι της καριέρας και του ευδαιμονισμού, αντί για τον έρωτα ως σχέση ουσίας και πληρότητας, το σεξ και η λαγνεία, αντί για την αληθινή ανθρώπινη επαφή, η απρόσωπη συνεργασία που συχνά εκφυλλίζεται σε βάρβαρη μηχανιστική διαδικασία, καταστάσεις σαθρωτικές, ιδίως για τους νέους, που κυριολεκτικά πλαντάζουν για ομορφιά και αρμονία, αίσθηση δημιουργική και επικοινωνία.
Η Ν.Ζ., άνθρωπος της γενιάς των ηρώων της, γνωρίζει καλά τα μορφώματα αυτά του καιρού μας και, αν το μυθιστόρημά της έχει μια θέση στη λογοτεχνία, είναι ακριβώς αυτή: Ρίχνει φως σε σκοτεινούς λαβυρίνθους, εκθέτοντας με ρεαλισμό αλλά και ποίηση το έρεβος της ύπαρξής μας, όταν χάνει τον βηματισμό της, και παραπαίει επώδυνα.
Σ’ ένα τέτοιο ανθρώπινο τοπίο, το τρυφερό κομμάτι της ζωής εξεγείρεται διεκδικώντας τον ζωτικό του χώρο. Θα τον βρεί; Αυτό θα εξαρτηθεί από το βαθμό συνειδητότητας και τις ηθικές αντιστάσεις του καθενός.
Η συγγραφέας φαίνεται να πιστεύει πως, μ’ όλη τη στρέβλωση και την κακοποίησή της, η ζωή είν’ εδώ.


Μαρία Μαρκαντωνάτου

(Δημοσιεύεται στο περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 86, Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2009)

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

1.

CaCl
Ώρα 3.00 π.μ. στο κέντρο της πόλης

Ἔκλεισε μέ δύναμη τό φερμουάρ τοῦ μαύρου σακιδίου του. Προηγουμένως, εἶχε ἐλέγξει τέσσερις φορές τό περιεχόμενο. Φόρεσε τήν περούκα μέ τά μακριά ξανθά μαλλιά καί μετά κόλλησε ἕνα ξανθό καί ψιλογκριζαρισμένο μουστάκι, κάνοντας τήν κίνηση, ἀπό πείρα, στόν ἀέρα.
Ἔστρωσε τό μαῦρο μαντήλι στό λαιμό του, δένοντας τίς ἄκρες του πίσω ἀπό τόν σβέρκο. Τό ἄγχος του γιά τό περιεχόμενο τῆς τσάντας εἶχε χτυπήσει κόκκινο. Ἑτοιμάστηκε νά τήν ἀνοίξει ἀκόμα μιά φορά, ἀλλά ἀντιστάθηκε στόν πειρασμό.
Πῆρε ἀπό τό κρεβάτι, ὅπου ἦταν ὥς τώρα πεταμένο τό μαῦρο πέτσινο μπουφάν του, καί βιαστικά προσπάθησε νά τό κουμπώσει ὅμως, γιά μιάν ἀκόμη φορά, τό φερμουάρ του σκάλωσε.
Σιχτίρισε ἀπό τά νεῦρα. Τά μακριά νευρώδη του δάχτυλα ἐπέμειναν μέ ἄτσαλες κινήσεις. Κοίταξε τό ἠλεκτρονικό ρολόϊ πάνω στό κομοδίνο του, πού σιωπηλά ἀλλά ἀμείλικτα χρονομετροῦσε, ἐνῶ ἡ ἀντήχηση τοῦ βίαιου καλπασμοῦ τοῦ χρόνου στό μυαλό του ἦταν ἐκκωφαντική, καθώς πλησίαζε ἐπικίνδυνα γρήγορα στό ὁριακό σημεῖο. Καί 'κεῖνος ἀκόμη δέν εἶχε ξεκινήσει.
Τελικά τά κατάφερε. Τό τράβηξε ὥς τό τελευταῖο χιλιοστό τοῦ γιακά, μέ τό ἕνα χέρι σήκωσε τό σακίδιο περνώντας το στόν ὦμο καί μέ τό ἄλλο βούτηξε τό κράνος, πού εἶχε φροντισμένα ἀκουμπήσει στό γραφεῖο του.
Τό μυαλό του δούλευε πυρεττωδῶς, ἄν καί ὀργανωμένα, παρ' ὅλο πού ἦταν χωρισμένο σέ διάφορες λειτουργίες συγχρόνως: ἀπό τή μιά προσπαθοῦσε νά κάνει ξανά καί ξανά ἔλεγχο σ' ὅλη του τήν προετοιμασία, ἀπό τήν ἄλλη, σκεφτόταν κάθε μικρή κίνηση ἀπό ὅσες θά ἐπακολουθοῦσαν στήν πορεία τῆς νύχτας καί, παράλληλα, φρόντιζε νά θυμᾶται ἐπαναλαμβάνοντας τίς ὑπόλοιπες ὑποχρεώσεις τῆς συνήθους καθημερινότητάς του.
Δυνάμωσε τήν ἔνταση τοῦ μικροῦ στερεοφωνικοῦ, πού βρισκόταν στό πρῶτο ράφι τῆς σκούρας βιβλιοθήκης. Ὄχι τόσο δυνατά πού νά ἐνοχλεῖ, ἀλλά σέ τέτοιο βαθμό πού ν' ἀκούγεται, τουλάχιστον, ὥς ἔξω ἀπό τήν πόρτα του, ἄν κάποιος τύχαινε νά περάσει ἀπό 'κεῖ.

Ἄνοιξε μαλακά τήν ἐξώπορτα καί βγαίνοντας στόν μακρύ στενό διάδρομο τοῦ ὀρόφου του ἀφουγκράστηκε τό πνιχτό σκοτάδι. Γνώριζε ὅλους τούς ἤχους τῆς νύχτας ἀπό τή συγκεκριμένη γειτονιά, ἀπό τά διπλανά του διαμερίσματα. Τράβηξε ἀργά τό πόμολο κι ἔκλεισε τήν πόρτα ἀθόρυβα πίσω του.
Δέν ἄναψε κανένα φῶς. Ἔφτασε μέχρι τά σκαλοπάτια τοῦ κλιμακοστασίου καί τά κατέβηκε στά τυφλά, νυχοπατώντας σάν τή γάτα. Φτάνοντας στό ἰσόγειο, κοίταξε νά δεῖ ἄν ὑπῆρχε γείτονας ἤ τυχαῖος περαστικός τριγύρω καί ὕστερα προχώρησε ὥς τήν κεντρική εἴσοδο τῆς πολυκατοικίας.
Προσπάθησε νά διακρίνει κάποια κίνηση ἤ παρουσία στό πεζοδρόμιο ἤ καί στόν δρόμο, κι ἀφοῦ τίποτα δέν κινιόταν, πετάχτηκε, τρέχοντας σχεδόν, ὥς τήν ἀπέναντι πλευρά, πού ἦταν παρκαρισμένη ἡ πολλῶν κυβικῶν μηχανή του.
Κρέμασε τό σακίδιο στήν πλάτη του, καβάλησε φορώντας συγχρόνως τό μαῦρο μάτ κράνος του, μισοκατέβασε τή σκούρα φυμέ ζελατίνα, ἔβαλε τό κλειδί στή μίζα ξεκλειδώνοντας πρῶτα τό τιμόνι, καί πάτησε τό μπουτόν τῆς ἠλεκτρονικῆς ἀνάφλεξης.
Ξεπάρκαρε μαλακά, ἄν καί μέσα του ἔβραζε ἀπό ἀνυπομονησία καί ὅλες του οἱ αἰσθήσεις ἦταν τεντωμένες ἀπό τό ἄγχος, καί μέ προσοχή, μή καί ζημιώσει τ' αὐτοκίνητα, ἀνάμεσα στά ὁποῖα ἦταν σφηνωμένος.
Γέμισε τήν πρώτη δίνοντας μερικές παραπάνω στροφές στό γκάζι, πράγμα πού ἔκανε ν' ἀκουστεῖ δυνατά μέσα στήν ἐκκωφαντική ἡσυχία τό κλείδωμα τῆς ταχύτητας, καί σέ μερικά ἑκατοστά τοῦ δευτερολέπτου τόν κατάπινε ὁ μισοφωτισμένος δρόμος.

Ἔφτασε σ' ἕνα μικρό στενό στήν ἀνατολική ἄκρη τῆς πόλης...

*****


Ἕνα ὑψηλόβαθμο τραπεζικό στέλεχος,

ἕνας ἀστυνομικός, μιά ἰδιοκτήτρια μικροῦ ξενοδοχείου, ἕνας τρομοκράτης, μιά νέα γυναίκα πού κανονίζει ἐρωτικές συναντήσεις

κάνοντας τσάτ στό ἴντερνετ,

ἕνας ἄντρας πού ἀποφασίζει

νά δοκιμάσει ψηφιακές γνωριμίες.

Ὅλοι τους κάτοικοι μίας σύγχρονης μεγαλούπολης. Ποιά σχέση τούς ἐνώνει;

Ποιό εἶναι τό μυστικό τους;

Ποῦ θά τούς ὁδηγήσουν οἱ ἐπιλογές τους;

Θά καταφέρουν νά βροῦν

τόν ἑαυτό τους καί νά πραγματοποιήσουν

τίς κρυφές ἐπιθυμίες καί τά ὄνειρά τους;

Θά καταλάβουν ὅτι τελικά ἡ ζωή εἶναι ἐδῶ;


Τό μυθιστόρημα «H ζωή εἶναι ἐδῶ»,

συνδυάζοντας τήν ἀστυνομική πλοκή

καί τήν ἐρωτική περιπέτεια,

παρακολουθεῖ δύο 24ωρα ἀπό τή ζωή

τῶν πρωταγωνιστῶν του,

ὅπου γεγονότα καί ἐσωτερικές συγκρούσεις ἐναλλάσσονται μέ ταχύ ρυθμό

ἀνατρέποντας συνεχῶς τά δεδομένα.